Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Πόσο χρόνο έχουμε;

 

Του Γιώργου Τριανταφυλλόπουλου

Από τη δεκαετία του 1970, και ιδιαίτερα από αυτή του 1980 και μετά, μια νέα φάση έχει σηματοδοτηθεί και έχει τεθεί στο πολιτικό προσκήνιο για τον καπιταλισμό. Η φάση αυτή, η αποκαλούμε και νεοφιλελεύθερη, αρχικά χωρίζεται σε δύο περιοχές εφαρμογής. Η πρώτη από αυτές περιλαμβάνει τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρας και η δεύτερη τις υπό ανάπτυξη. Στις δεύτερες περιλαμβάνονται κυρίως χώρες της Λατινικής Αμερικής και της νοτιοανατολικής Ασίας. Καθώς στον αναπτυγμένο κόσμο η λεγόμενη αναδιάρθρωση των οικονομιών είχε αρχίσει με τη μείωση των πραγματικών μισθών, αλλά και με τη αποδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων με την προώθηση της «ευέλικτης» εργασίας, η μείωση των εισοδημάτων καμουφλαριζόταν με την επέκταση του δανεισμού των νοικοκυριών και του δημοσίου. Στις υπό ανάπτυξη χώρες η διαδικασία αυτή έπαιρνε πιο βίαιη μορφή που σωστά έχει περιγραφεί από την Κλάιν στο «Δόγμα του σοκ».

Το πέρασμα του χρόνου, και καθώς οι δυσκολίες στην απρόσκοπτη συνέχιση της καπιταλιστικής συσσώρευσης συνεχίζονταν, ήταν φανερό πως το ενδιάμεσο στάδιο του δανεισμού έφτανε στο τέλος του. Ήταν πλέον αναγκαία η διαδικασία της απόλυτης μείωσης των εισοδημάτων των εργαζόμενων, αλλά και των κοινωνικών παροχών, στις αναπτυγμένες χώρες να πάρει πιο ολοκληρωμένη μορφή με απευθείας επίθεση σε αυτές. Μια τέτοια διαδικασία όμως κρύβει εξαιρετικούς κινδύνους για το πολιτικό σύστημα το οποίο δε μπορούσε πλέον να στηρίζεται στη συναίνεση και στην πειθώ. Έπρεπε άλλες τακτικές να τεθούν σε εφαρμογή ώστε και οι εντελώς απαραίτητες για το κεφάλαιο μεταβολές να γίνουν αλλά και το καπιταλιστικό σύστημα σαν τρόπος οργάνωσης της παραγωγής και της κοινωνίας να μη καταρρεύσουν από εξεγέρσεις.

Στα πλαίσια αυτά διάφοροι οργανισμοί αναλαμβάνουν να επεξεργαστούν εκείνες τις μεθοδεύσεις και τις τακτικές που πρέπει να εφαρμοστούν ώστε οι επιθέσεις του κεφαλαίου στην εργασία να μη θέσουν σε κίνδυνο το πολιτικό σύστημα. Από τη δεκαετία του 1990 ένας από τους οργανισμούς που έχει στη διάθεσή του το κεφάλαιο, ο ΟΟΣΑ, επεξεργάζεται ένα σχέδιο ώστε όταν σε μια χώρα ξεκινά η διαδικασία της αναδιάρθρωσης της οικονομίας, δηλαδή η επίθεση στην εργασία, να ακολουθηθεί εκείνη η τακτική που δε θα θέσει σε κίνδυνο το πολιτικό σύστημα. Καθώς η διαδικασία έχει πλέον περάσει στις αναπτυγμένες χώρες με την Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ιρλανδία, την Ιταλία και την Ισπανία στην πρώτη γραμμή το σενάριο του ΟΟΣΑ μπαίνει σε εφαρμογή και στις αναπτυγμένες τώρα χώρες.

Στο επίσημο περιοδικό του ΟΟΣΑ το The Political Feasibility of Adjustment POLICY BRIEF No. 13 βρίσκεται άρθρο του Christian Morrisson που ανακεφαλαιώνει τις μελέτες αυτές. Θα το βρείτε στο http://www.oecd.org/dataoecd/24/24/1919076.pdf

Ας δούμε πως καθορίζει τους λόγους για τους οποίους ο ΟΟΣΑ εκπόνησε την μελέτη:

«Οι πολιτικές οικονομικής σταθεροποίησης και διαρθρωτικών αλλαγών μπορεί να προκαλέσουν κοινωνικές ταραχές, ακόμα και να θέσουν σε κίνδυνο την ομαλότητα των χωρών… Πράγματι, όπου τέθηκε θέμα διαρθρωτικών αλλαγών, οι διεθνείς οργανισμοί [ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα, κ.λπ.] απαίτησαν δραστική μείωση των βασικών δημόσιων δαπανών. Αυτό έκανε αντιδημοφιλείς τις κυβερνήσεις, οι οποίες, σε περίπτωση ταραχών, κατέφυγαν στην καταστολή πολλαπλασιάζοντας το πολιτικό κόστος…. Η εφαρμογή προγραμμάτων διαρθρωτικών αλλαγών σε δεκάδες χώρες κατά τη δεκαετία του 1980 έδειξε, ότι είχαμε παραμελήσει την πολιτική διάσταση του ζητήματος. Πιεζόμενες από απεργίες, διαδηλώσεις, ακόμα κι εξεγέρσεις, πολλές κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να διακόψουν ή να περικόψουν σημαντικά τα προγράμματα αυτά. Έτσι αναγκαστήκαμε να αναγνωρίσουμε, ότι η οικονομική επιτυχία της διαρθρωτικής αναπροσαρμογής εξαρτάται από τη δυνατότητα πολιτικής πραγματοποίησής της.»

Οι πολιτικές «οικονομικής σταθεροποίησης και διαρθρωτικών αλλαγών» για τις οποίες κάνει λόγο η έκθεση είναι φυσικά οι απορύθμιση των εργασιακών σχέσεων, η μείωση του ποσοστού του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου που καταλήγει στην εργασία, η αποδόμηση του κοινωνικού κράτους, όπου και όσο υπήρχε και η ιδιωτικοποίηση των δημόσιων επιχειρήσεων των δημόσιων αγαθών και των υποδομών. Η έκθεση ρητά αναφέρει πως οι πολιτικές αυτές είναι αντιλαϊκές και θα ξεσηκώσουν αντιδράσεις. Η εμπλοκή των διεθνών οργανισμών στη διαδικασία της αναδιάρθρωσης έχει σαν αποτέλεσμα επίσης:

«Η κυβέρνηση που καλείται να εφαρμόσει αναδιαρθρωτικά προγράμματα, είναι υποχρεωμένη να πάρει αντιλαϊκά μέτρα. …Καλώντας σε βοήθεια το ΔΝΤ, μπορεί να επωφεληθεί και σε πολιτικό επίπεδο γιατί θα μπορεί να απαντάει σε όσους αντιδρούν, ότι τα μέτρα προβλέπονται από τη συμφωνία που επέβαλε το ΔΝΤ και είναι υποχρεωμένη να τα πάρει θέλοντας και μη.»

Ευθέως δηλαδή παραδέχεται πως δεν έχουν καμιά δημοκρατική νομιμοποίηση αλλά αυτό ουδόλως απασχολεί το συγγραφέα. Πάνω απ’ όλα τα συμφέροντα του κεφαλαίου και η μελέτη συντάσσεται με στόχο τον καθορισμό εκείνης της τακτικής που θα αμβλύνει τις αντιδράσεις καθιστώντας τες ακίνδυνες για το πολιτικό σύστημα. Η πρώτη και κύρια τακτική που πρέπει κατά τον ΟΟΣΑ να τηρηθεί είναι η παρακάτω:

«Ένα πρόγραμμα που θα έπληττε εξίσου όλες τις κοινωνικές ομάδες, αποδείχτηκε πολύ πιο δύσκολο να εφαρμοστεί από ένα πρόγραμμα που κάνει διακρίσεις σε βάρος κάποιων κοινωνικών ομάδων ευνοώντας ορισμένες άλλες. Πρέπει λοιπόν η αρμόδια κυβέρνηση να φροντίσει ώστε να πάρει με το μέρος της ένα μέρος του κόσμου, στην ανάγκη φορτώνοντας δυσανάλογα και με πολύ βαριά μέτρα ορισμένες κοινωνικές ομάδες.»

Το πρώτο επομένως που πρέπει να γίνει ώστε να μετριαστούν οι αντιδράσεις είναι η διάσπαση του κινήματος. Εκείνο δηλαδή που προτείνεται, και σωστά, είναι να διατηρηθούν όσο είναι δυνατό σε ισχύ οι κοινωνικές συμμαχίες που παρέχουν μια νομιμοποιητική βάση στα καθεστώτα και να μη γίνει απότομη διάρρηξή τους. Στην Ελλάδα η τακτική αυτή εφαρμόστηκε με επιτυχία κατά τη διαδικασία της επίθεσης στους αγρότες κυρίως αλλά και σε πολλές άλλες μεμονωμένες περιπτώσεις. Μια και ένα ουσιώδες μέρος του προγράμματος των διαρθρωτικών αλλαγών είναι η αποδόμηση του κράτους πρόνοιας και η αφαίρεση των κοινωνικών παροχών αλλά και το πέρασμα της δημόσιας περιουσίας στο κεφάλαιο η επίθεση στο δημόσιο τομέα κρίνεται από τη μελέτη ως η λιγότερο επικίνδυνη για το πολιτικό σύστημα. Κατά τη μελέτη:

«Από την άλλη, οι περικοπές στα λειτουργικά έξοδα του κράτους πλήττουν τους δημοσίους υπαλλήλους, αλλά οι κυβερνήσεις μπορούν να πάρουν την κοινή γνώμη με το μέρος τους αν κινηθούν ευέλικτα παρουσιάζοντας, με τη βοήθεια του Τύπου, αυτά τα μέτρα σαν μέτρα ισονομίας με το επιχείρημα, ότι εφόσον ζητούνται θυσίες από όλο το λαό, οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν γίνεται ν’ αποτελούν εξαίρεση ….Το βέβαιο είναι ότι μια κυβέρνηση δεν μπορεί να εφαρμόσει το πρόγραμμα σταθερότητας ενάντια στη θέληση ολόκληρης της κοινής γνώμης. Ένα πρόγραμμα που θα έπληττε εξίσου όλες τις κοινωνικές ομάδες, αποδείχτηκε πολύ πιο δύσκολο να εφαρμοστεί από ένα πρόγραμμα που κάνει διακρίσεις σε βάρος κάποιων κοινωνικών ομάδων ευνοώντας ορισμένες άλλες. Πρέπει λοιπόν η αρμόδια κυβέρνηση να φροντίσει ώστε να πάρει με το μέρος της ένα μέρος του κόσμου, στην ανάγκη φορτώνοντας δυσανάλογα και με πολύ βαριά μέτρα ορισμένες κοινωνικές ομάδες.… Οι περικοπές στο στενό και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ένα από τα κυριότερα μέτρα των προγραμμάτων σταθεροποίησης, δεν είναι τόσο επικίνδυνες πολιτικά όσο η άνοδος των τιμών στα είδη κατανάλωσης. Προκαλούν απεργίες μάλλον παρά διαδηλώσεις, πλήττουν περισσότερο τις μεσαίες τάξεις παρά τα φτωχότερα στρώματα και σε κάθε περίπτωση η κυβέρνηση μπορεί να αποταθεί στον πραγματισμό των δημοσίων υπαλλήλων. Μπορεί για παράδειγμα να τους εξηγήσει, ότι εφόσον το ΔΝΤ επιβάλλει περικοπές κατά 20% στο δημόσιο, το μόνο που απομένει είναι είτε να μειωθούν οι μισθοί, είτε να γίνουν απολύσεις, και η ίδια προτιμάει να κάνει το πρώτο προς όφελος του συνόλου των υπαλλήλων. Η εμπειρία μας από τις περισσότερες αφρικανικές κυβερνήσεις δείχνει, πως αυτό το επιχείρημα εισακούγεται.»

Δεν είναι μόνο η εμπειρία της Αφρικής που αποδεικνύει την αλήθεια του ισχυρισμού. Το ίδιο δείχνουν και οι εμπειρίες της Λατινικής Αμερικής αλλά και πιο πρόσφατα η περίπτωση της Ελλάδας. Της πρώτης δηλαδή αναπτυγμένης χώρας στην οποία τέθηκε σε εφαρμογή το πρόγραμμα της βίαιης προσαρμογής της κοινωνίας στις ανάγκες του κεφαλαίου. Η δημόσια εκπαίδευση αποτελεί από τη μια έναν από τους βασικούς πυλώνες του κοινωνικού κράτους, απασχολώντας και μεγάλο αριθμό υπαλλήλων , και από την άλλη συνδέεται με το συμφέρον μεγάλου αριθμού πολιτών. Έχοντας επίσης άμεση επίδραση στο ιδιαίτερα ευαίσθητο κομμάτι του πληθυσμού, τη νεολαία, τυγχάνει ιδιαίτερης αναφοράς στη μελέτη:

«Μια από τις βασικές περικοπές αφορά στα λειτουργικά έξοδα των σχολείων και των πανεπιστημίων. Είναι πολύ προτιμότερη επιλογή από μια δραστική μείωση του αριθμού των μαθητών και των σπουδαστών. Οι οικογένειες θα αντιδράσουν βίαια στο ενδεχόμενο να αποκλειστούν τα παιδιά τους από την εκπαίδευση. Δεν θα αντιδράσουν όμως σε μια σταδιακή υποβάθμιση της ποιότητας της εκπαίδευσης. Έτσι σιγά-σιγά θα δεχτούν να πληρώνουν κάποιο ποσόν για να σπουδάζουν τα παιδιά, ή να περικοπεί κάποια εκπαιδευτική δραστηριότητα. Αν λοιπόν θέλουμε να μειώσουμε τους μισθούς των δημοσίων υπαλλήλων, πρέπει να τους μειώσουμε πρώτα σε έναν ορισμένο τομέα, να ψαλλιδίσουμε την ονομαστική αξία τους σε έναν άλλο κι ακόμα και ν’ αυξήσουμε τους μισθούς σε κάποιον τομέα που είναι κρίσιμος από πολιτική άποψη. Το ίδιο και με τα επιδόματα. Δεν τα κόβουμε όλα μαζί.»

Και πάλι προτείνεται η ίδια τακτική. Διάσπαση και διατήρηση των κοινωνικών συμμαχιών σε ένα ικανοποιητικό επίπεδο. Και επισημαίνεται «Δεν τα κόβουμε όλα μαζί». Αν δε τηρηθεί η σωστή τακτική τότε κατά την έκθεση:

«Από τους κινδύνους που θα παρουσιαστούν, αυτός των απεργιών είναι ο μικρότερος. Οι απεργίες κινητοποιούν κατά βάση τους μισθωτούς του μοντέρνου τομέα και όχι τις πιο φτωχές κοινωνικές τάξεις. Με τις κατάλληλες παραχωρήσεις, η κυβέρνηση μπορεί να τις τελειώσει…. Παρόλα αυτά οι απεργίες μπορεί να ευνοήσουν το ξέσπασμα διαδηλώσεων. Ειδικά οι απεργίες των εκπαιδευτικών, αν και καθαυτές δεν αποτελούν πρόβλημα για τις κυβερνήσεις, γίνονται έμμεσα επικίνδυνες επειδή απελευθερώνουν μια ανεξέλεγκτη μάζα μαθητικής και φοιτητικής νεολαίας, η οποία μπορεί να κατέβει σε διαδηλώσεις και σε αυτή την περίπτωση η καταστολή μπορεί εύκολα να έχει δραματικές συνέπειες.»

Πόσος είναι όμως ο χρόνος που έχει στη διάθεσή της η κυβέρνηση για την επίθεσή της;

«Εάν η κυβέρνηση εκλεγεί λίγο πριν ξεσπάσει η κρίση, έχει μπροστά της μια μικρή χρονική περίοδο (4 με 6 μήνες) κατά την οποία η κοινή γνώμη εξακολουθεί να την στηρίζει και κατά την οποία μπορεί να ρίχνει την ευθύνη για τα αντιλαϊκά μέτρα στους προκατόχους της. Σε αυτό το διάστημα, οι συντεχνίες χάνουν προσωρινά τη δύναμή τους και τότε η κυβέρνηση πρέπει να σπεύσει να στρέψει την κοινή γνώμη εναντίον τους.
Έπειτα από αυτή την περίοδο χάριτος τα πράγματα δυσκολεύουν τρομερά.»

Ας έρθουμε τώρα να δούμε πως κι αν εφαρμόστηκαν τα παραπάνω στην περίπτωση της Ελλάδας. Η τακτική της διάσπασης και της σταδιακής αφαίρεσης δικαιωμάτων και εισοδημάτων από τους εργαζόμενους εφαρμόστηκε αρχικά σωστά. Στο στόχαστρο μπήκε το δημόσιο και οι δημόσιοι υπάλληλοι. Κατά τη διαδικασία αυτή οι κοινωνικές συμμαχίες διερράγησαν, μια και στην Ελλάδα οι πελατειακές σχέσεις είχαν εξαιρετικό ειδικό βάρος στο δημόσιο τομέα, αλλά το πολιτικό σύστημα εξακολουθούσε να διατηρεί υψηλά ποσοστά αποδοχής ή ανοχής. Σημαντικό ρόλο σε αυτό έπαιζε και το γεγονός πως η αυτοαπασχόληση είναι εξαιρετικά υψηλή στην Ελλάδα. Οι αυτοαπαχολούμενοι πείστηκαν αρχικά πως η κακοδαιμονία της ελληνικής οικονομίας είναι ο δημόσιος τομέας και οι δημόσιοι υπάλληλοι.

Το ίδιο ισχύει σε σημαντικό βαθμό και για μεγάλο ποσοστό των εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα. Για διάφορους λόγους πείθονταν κι αυτοί πως όλα θα διορθώνονταν αν γίνονταν οι μεταβολές που η κυβέρνηση ευαγγελιζόταν στο δημόσιο. Σημαντικός προς αυτή την κατεύθυνση ήταν ο ρόλος των ΜΜΕ που με τη χρήση πλαστών και ψευδών δεδομένων καθώς και με την έντεχνη χρήση των αρνητικών φαινομένων στη δημόσια διοίκηση έπειθαν για το δίκιο της κυβέρνησης. Πείθονταν πως όλα τα κακά οφείλονταν στο δημόσιο και οι κυβερνητικές παρεμβάσεις σε αυτό είχαν σαν στόχο την άρση της κακοδαιμονίας της ελληνικής οικονομίας και όλα θα επανέρχονταν στη «φυσιολογική» τους κατάσταση με τις μειώσεις μισθών και υπηρεσιών του δημόσιου τομέα.

Κατά τους πρώτους μήνες του 2010 επιδρούσε καταλυτικά και παραλυτικά το σοκ της απειλής της πτώχευσης. Μια απειλή που ελάχιστοι γνώριζαν τι μπορεί να είναι πραγματικά η απειλή αυτή και ποιες θα ήσαν οι επιπτώσεις της. Κάτω από την επίδραση αυτού του σοκ οι εξαγγελίες της κυβέρνησης για ταχεία αποκατάσταση και για επαναφορά της ελληνικής οικονομίας στην προηγούμενη κατάστασή της γίνονταν πιστευτές. Καθώς όμως το 2010 προχωρούσε και η οικονομία παίρνει το δρόμο που είχαν καθορίσει η επίθεση των κυρίαρχων κοινωνικών και πολιτικών κύκλων στους εργαζόμενους και στα εισοδήματά τους παίρνει γενικευμένη μορφή. Αύξηση της ανεργίας, αύξηση των άμεσων και των έμμεσων φόρων, έκτακτοι και ειδικοί φόροι, απολύσεις στο δημόσιο, αύξηση των τιμών των αγαθών και των υπηρεσιών. Η νέα κυβέρνηση Παπαδήμου δημιούργησε αρχικά κάποιες ελπίδες αλλά πολύ γρήγορα αυτές εξανεμίστηκαν.

Η γενικευμένη αυτή επίθεση περνά στη σημαντική πλέον φάση της θεσμοθέτησης της απόλυτης απορρύθμισης εργασιακών σχέσεων και τη μεγάλη μείωση των μισθών στον ιδιωτικό τομέα και τις συντάξεις. Η γενικευμένη και εξαιρετικά βίαιη επίθεση στα δικαιώματα και τα εισοδήματα, ακόμη και στις καταθέσεις, των εργαζόμενων δρα πλέον καταλυτικά στο επίπεδο της συνείδησης των εργαζόμενων. Αν και το σοκ ακόμη είναι ισχυρό και τα μέτρα ακόμη υπό διαμόρφωση η απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος έχει προχωρήσει αρκετά. Μεγάλες μάζες εργαζόμενων δεν πείθονται πλέον και ο καταναγκασμός έχει αντικαταστήσει την πειθώ. Αν και χρειάζεται ακόμη λίγος χρόνος για να ολοκληρωθεί η επίθεση και να κατακάτσει ο κουρνιαχτός και τότε οι εργαζόμενοι να δουν τι έχασαν. Τότε η σύγκριση του χθες με το σήμερα θα είναι καταλυτική.

Η δεδομένη και τώρα απονομιμοποίηση του πολιτικού συστήματος θα είναι τότε εξαιρετικά ισχυρή και το σοκ θα δράσει μάλλον προς την κατεύθυνση της έντασης της οργής. Τι δεν πήγε καλά επομένως και το πολιτικό σύστημα έχασε τα κοινωνικά του ερείσματα και οδηγήθηκε σε απονομιμοποίση; Που δεν ακολούθησαν τη συνταγή; Δεν την ακολούθησαν στο ότι «δεν τα κόβουμε όλα μαζί.» όπως τόνιζε η μελέτη του ΟΟΣΑ. Η γενικευμένη επίθεση κατά πάντων είχε δραματικά αποτελέσματα για το αστικό πολιτικό σύστημα. Γιατί έδρασαν έτσι; Δε γνωρίζω. Ίσως γιατί η μέχρι τώρα επιτυχίες τους τους έκαναν υπερφίαλους και αλαζόνες. Ίσως γιατί στην πρεμούρα τους να ικανοποιήσουν το κεφάλαιο, εγχώριο και ξένο, βιάστηκαν. Ίσως γιατί πίστεψαν πως εφαρμόζοντας τα μέτρα για πρώτη φορά σε αναπτυγμένη χώρα έπρεπε να προκαλέσουν κοινωνική παράλυση μέσω ενός εκτεταμένου και γενικευμένου σοκ.

Και τώρα; Τι γίνεται τώρα; Είναι το ερώτημα που ανακύπτει. Όλα είναι θέμα χρόνου. Ο χρόνος θα είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες που θα καθορίσουν την τροπή των πολιτικών πραγμάτων. Μια πάλη χρόνου θα γίνεται μεταξύ του αστικού πολιτικού συστήματος, που θα προσπαθεί να χτίσει νέες κοινωνικές συμμαχίες, και των αντιπάλων του που θα προσπαθήσει να το αποδομήσουν ακόμη περισσότερο και να κερδίσουν τις συνειδήσεις των εργαζόμενων στην κατεύθυνση μιας άλλης πολιτικής πέρα από τον καπιταλισμό. Μια σημαντική διαφορά της Ελλάδας από τις άλλες χώρες στις οποίες εφαρμόστηκαν παρόμοια προγράμματα είναι και η ύπαρξη πολιτικών δυνάμεων που, σε διάφορους βαθμούς, αντιμάχονται τον καπιταλισμό. Παρόμοιες δυνάμεις υπάρχουν σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες και αυτό δε γνωρίζω αν το έλαβαν υπόψη τους οι τεχνοκράτες υπάλληλοι του κεφαλαίου.

Έτσι ένας αγώνας δρόμου έχει ξεκινήσει μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων του κεφαλαίου από τη μια και της εργασίας από την άλλη με στόχο τις συνειδήσεις. Οι αστικές πολιτικές δυνάμεις με τη βοήθεια των ΜΜΕ θα προσπαθήσουν να χτίσουν νέες κοινωνικές συμμαχίες πάνω στα ερείπια. Όποιος έχει δουλειά και κάποιο εισόδημα, έστω και των 300 ευρώ το μήνα, θα θεωρεί τον εαυτό του προνομιούχο σε σχέση με τον άνεργο. Η προσπάθεια διαχωρισμού της κοινωνίας σε δύο μεγάλα στρατόπεδα που θα βρίσκονται σε πάλη για την απόκτηση μιας, έστω και κακοπληρωμένης, θέσης εργασίας έχει ήδη ξεκινήσει. Ο Παπαδήμος δήλωνε στη βουλή με ένα ψυχρό ύφος: «Οι άνεργοι δεν έχουν ούτε κατώτατο μισθό, ούτε 13ο και 14ο μισθό. Πρέπει να νοιαστούμε και γι’ αυτούς.»

http://www.euro2day.gr/news/economy/124/articles/675329/Article.aspx

Το ότι μια νέα κοινωνική συμμαχία θα χτιστεί είναι μάλλον βέβαιο. Το ζήτημα είναι πόσο χρόνο χρειάζεται για να το καταφέρει. Αυτό φυσικά εξαρτάται από τις συνθήκες και από τη δράση των αντίρροπων δυνάμεων. Το δεδομένο των μεγάλων ρωγμών στην κοινωνική συμμαχία των αστών με διάφορα στρώματα εργαζόμενων και αυτοαπασχολούμενων. Ρωγμών που προκλήθηκαν σε τέτοιο μέγεθος λόγω της έκτασης και της έντασης της επίθεσης στο σύνολο της κοινωνίας πέρα από το μεσαίο και μεγάλο κεφάλαιο. Η απονομιμοποίηση του αστικού πολιτικού συστήματος δε συνεπάγεται και την ανατροπή του. Τα κοινωνικά και οικονομικά συστήματα δεν καταρρέουν απλά επειδή απονομιμοποιούνται. Χρειάζεται η συνειδητή δράση σημαντικών κοινωνικών δυνάμεων και η ευμενής ουδετερότητα κάποιων άλλων για την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού σε μια κατεύθυνση ανατροπής του δεδομένου κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού.

Ένα επιπλέον, και εξαιρετικά σημαντικό, εμπόδιο που θα έχουν οι αστικές πολιτικές δυνάμεις στη προσπάθειά τους για τη δημιουργία νέων κοινωνικών συμμαχιών είναι και η κατάσταση γενικευμένης κρίσης στην οποία έχει εισέλθει ο παγκόσμιος καπιταλισμός. Αυτό θα κάνει πολύ δυσκολότερη τη διαδικασία ξεπεράσματος της κρίσης του. Εκτιμώ πως ένα διάστημα δύο τριών χρόνων είναι απαραίτητο για τη σύναψη των νέων συμμαχιών και τη σταθεροποίηση του κλονισμένου αστικού πολιτικού συστήματος. Αυτό είναι και το διάστημα που έχει στη διάθεσή της η αριστερά και οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που ευαγγελίζονται ένα πολιτικό σύστημα έξω και πέρα από τον καπιταλισμό για να διαμορφώσουν τα πολιτικά προγράμματά τους, τις πολιτικές και κοινωνικές παρεμβάσεις και τις συμμαχίες τους ώστε να πείσουν τους εργαζόμενους για την αναγκαιότητα της εφαρμογής μιας άλλης πολιτικής στον αντίποδα της παρούσης.

Πρόγραμμα σαφές και μελετημένο μέχρι και στις λεπτομέρειές του, όσο δηλαδή αυτό είναι δυνατόν. Πρόγραμμα που θα απαντά τόσο στα βραχυπρόθεσμα όσο και στα μακροπρόθεσμα προβλήματα. Όχι εκθέσεις ιδεών με γενικότητες και αοριστολογίες. Κι αυτά σε δύο κυρίως τομείς. Στον τομέα της οικονομίας και της παραγωγής και στον τομέα των θεσμών. Ένα πρόγραμμα, που συνδεδεμένο με τους αγώνες που αναπτύσσονται και θα συνεχίσουν να αναπτύσσονται σε όλους τους χώρους, θα φέρει τους εργαζόμενους πιο κοντά στις θέσεις και τις προτάσεις της αριστεράς μεταβάλλοντας τις συνειδήσεις. Ίσως ιδιαίτερα καθοριστικό είναι το διάστημα ως το τέλος του 2012, με ιδιαίτερη βαρύτητα κατά το καλοκαίρι, διότι μέσα στο διάστημα αυτό η επίθεση στην εργασία θα λαμβάνει όλο και βιαιότερη μορφή καθώς η οικονομία θα βυθίζεται με τρομακτικούς ρυθμούς και ταυτόχρονα το ζήτημα του δημοσίου χρέους θα παίρνει δραματική μορφή. Η απονομιμοποίηση του αστικού πολιτικού συστήματος θα παίρνει όλο και πιο οξεία μορφή κι αυτό ανεξάρτητα από τη διεξαγωγή εκλογών και από το αποτέλεσμά τους.

Μια μάχη χρόνου έχει αρχίσει επομένως. Ποιος θα κερδίσει τις συνειδήσεις των εργαζόμενων, των επισφαλώς εργαζόμενων, των ανέργων αλλά και των όλο και περισσότερο καταστρεφόμενων μικροαστικών στρωμάτων πριν το πολιτικό και κοινωνικό σύστημα ισορροπήσει και πάλι σε ένα πολύ κατώτερο επίπεδο; Σε ένα επίπεδο φτώχειας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα σχόλια δημοσιεύονται με μια καθυστέρηση και αφού τα δει κάποιος από τη διαχείριση...και όχι για λογοκρισία αλλά έλεγχο για: μη αναφορά σε προσωπικά δεδομένα, τηλέφωνα, διευθύνσεις, προσβλητικά, υποτιμητικά και υβριστικά μηνύματα ή δεσμούς (Link) με σεξουαλικό περιεχόμενο.
Τα σχόλια, οι απόψεις των σχολιαστών δεν απηχούν κατ' ανάγκη τις απόψεις του ιστολογίου μας και δεν φέρουμε καμία ευθύνη γι’ αυτά.
Προειδοποίηση: Περιεχόμενο Αυστηρώς Ακατάλληλο για εκείνους που νομίζουν ότι θίγονται προσωπικά στην ανάρτηση κειμένου αντίθετο με την ιδεολογική τους ταυτότητα ή άποψη, σε αυτούς λέμε ότι ποτέ δεν τους υποχρεώσαμε να διαβάσουν το περιεχόμενο του ιστολογίου μας.